Ο θρόνος, αυτός, που σε ελάχιστους Ναούς υπάρχει σήμερα εκ κατασκευής και προστίθεται εκ των υστέρων στους Ναούς της Μητροπόλεώς μας, κατόπιν σχετικής επισημάνσεως του Ποιμενάρχου μας, είναι ό, τι απέμεινε από το σύνθρονο των αρχαίων Χριστιανικών Ναών, έτσι όπως μπορούμε να το παρατηρήσουμε στην αρχαϊκή του μορφή, να μοιάζει με κοίλο αρχαίου θεάτρου, μια ημικυκλική πέτρινη κερκίδα, δηλαδή, πίσω από την Αγία Τράπεζα, με μια εξέχουσα θέση στη μέση.

Τέτοια σύνθρονα διασώζονται στην Κωνσταντινούπολη, στους Ναούς της Αγίας Σοφίας, με επτά σειρές εδρών εκατέρωθεν της κεντρικής, και της Αγίας Ειρήνης, με πέντε σειρές, και στην πρωτοχριστιανική Βασιλική της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο.

Αν αναχθούμε νοερά σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά, πριν υψωθει το τέμπλο μεταξύ του  Αγίου Βηματος και του κυρίως ναού και κατ΄ ανάγκη μεταφερθεί ο Επισκοπικός θρόνος έξω του βήματος και παρακολουθήσουμε την τέλεση της θείας λειτουργίας, θα δούμε τον  Επίσκοπο καθεζόμενο στον θρόνο, τούς πρεσβυτέρους εκατέρωθέν του στο Σύνθρονο, κύκλω της αγίας τραπέζης, και όχι μόνο θα μας λυθεί κάθε απορία, αλλά και θα κατανοήσουμε πλήρως τα λόγια του  Αγ.  Ιγνατίου του Θεοφόρου προς Μάγνητας: «προκαθημένου του  Επισκόπου εις τόπον Θεού και των πρεσβυτέρων εις τόπον συνεδρίου των  Αποστόλων».

Ο  Επίσκοπος κάθεται επί του συνθρόνου «ώσπερ τις χριστοφόρος οιακοστρόφος, επισκοπών την οτέ ευπλούσαν και οτέ κλυδωνιζομένην ολκάδα, απ' αυτού προς τον λαόν διαλεγόμενος και υπέρ του πληρώματος ειρήνην ευχόμενος και παρά την αγίαν ιστάμενος Τράπεζαν, ίνα την φρικτήν αναφέρη θυσίαν» όπως παραστατικότατα περιγράφει ο  Αγ.  Ι. Χρυσόστομος, σε μια θαυμάσια εικόνα, όπου ο Επίσκοπος είναι ο πηδαλιούχος, ο καπετάνιος, και η Εκκλησία η ολκάς, πλοίο, δηλαδή, φορτωμένο με αγαθά, που άλλοτε πλέει σε γαλήνια νερά και άλλοτε κλυδωνίζεται…

Αυτή, ακριβώς, είναι η θέση του Επισκόπου στην Εκκλησία, όπως τη συμβολίζει και την εκφράζει το Σύνθρονο: να κυβερνά, διδάσκει και κατευθύνει την τοπική  Εκκλησία και ιστάμενος ενώπιον του θυσιαστηρίου να προσφέρει την αναίμακτη θυσία.

Ο μεγάλος Κανονολόγος Ζωναράς λέει σχετικά: «Τοις  Επισκόποις εν τω θυσιαστηρίω καθέδρα εξ ύψους ίδρυται, δηλούντος του πράγματος οίον είναι τούτο, ότι δει τον υπ' αυτόν λαόν οράν αφ' ύψους και επισκοπείν ακριβέστερον· και οι Πρεσβύτεροι συνιστάναι εκεί τω  Επισκόπω και συγκαθήσθαι ετάχθησαν, ίνα και ούτοι δια της αφ' ύψους καθέδρας ενάγωνται εις το εφοράν τον λαόν και καταρτίζειν αυτόν, ώσπερ σύμπονοι δοθέντες τω  Επισκόπω».

Αποδίδεται έτσι στην καθέδρα του  Επισκόπου η εικόνα της σκοπιάς, που είναι υψηλότερη, για να φανερώνει την αποστολή και συνάμα το καθήκον του, ότι πρέπει, δηλαδή, να επισκοπεί τον λαόν του από υψηλά και να τον παρατηρεί, όπως σημαίνει και το ρήμα επισκοπώ = επιβλέπω, επιτηρώ.

Αλλά και οι θέσεις των πρεσβυτέρων ως μικρότερες σκοπιές χαρακτηρίζονται, για να επιβλέπουν και αυτοί τον λαό και να τον καταρτίζουν «ώσπερ σύμπονοι δοθέντες, τω επισκόπω», ως συμπάσχοντες, συμπαραστάτες του  Επισκόπου.

Ο  Επίσκοπος, λοιπόν, είναι «ο επί του ύψους του εκκλησιαστικού πύργου ιστάμενος και εκείθεν σκοπών και κατοπτεύων τας ψυχάς. Είναι ο το πλήρωμα όλης της ιερωσύνης κατέχων και πάντας αυτής τούς βαθμούς εν εαυτώ συγχωνεύων και δι' εαυτού μεταδίδων». Είναι ο «επιτηρητής και επιμελητής πασών των εκκλησιαζομένων ψυχών, δύναμιν έχων τελεστικήν πρεσβυτέρου, διακόνου, υποδιακόνου, αναγνώστου, ψάλτου και μοναχού».

Όπως τονίζει ο Δοσίθεος  Ιεροσολόμων στην περίφημη Ομολογία του «Το επισκοπικόν αξίωμα ούτως εστίν εν τη  Εκκλησία αναγκαίον, ώστε χωρίς αυτού μη δύνασθαι μήτε  Εκκλησίαν, μήτε χριστιανόν τινά η είναι η όλως λέγεσθαι· αυτός γαρ ο αξιωθείς  Επίσκοπος είναι, ως αποστολικός διάδοχος, ζώσα εστίν εικών του Θεού επί της Γης... ούτω δε αυτού το αναγκαίον εννοούμεν εν τη  Εκκλησία, ως εν τω ανθρώπω την αναπνοήν και τω αισθητώ τούτω κόσμω τον ήλιον... ο,τι Θεός εν τη ουρανίω των πρωτοτόκων  Εκκλησία και ήλιος εν τω κόσμω, τούτο έκαστος  Αρχιερεύς εν τη κατά μέρος  Εκκλησία».

Μηπως φαίνονται υπερβολικά τα λόγια του Δοσιθέου; Και όμως ο Δοσίθεος, γράφοντας αυτά, απλώς επαναλαμβάνει την  Αγιοπατερική παράδοση για το  Επισκοπικό αξίωμα και τη θέση του Επισκόπου στην Εκκλησία.

Πολλούς αιώνες προ αυτού η  Εκκλησία, δια στόματος του  Αγ. Κυπριανού Επισκόπου Καρχηδόνος είχε διατυπώσει· «Episcopus in Ecclesia, et Ecclesia in Episcopo, et si qui cum Episcopo non sit in Ecclesia non esse».

«Ο  Επίσκοπος είναι στην  Εκκλησία, και η  Εκκλησία στον  Επίσκοπο και αν κανείς δεν είναι με τον  Επίσκοπο, δεν είναι και με την  Εκκλησία».

Για να καταταλάβουμε το λόγο αυτό του  Αγ. Κυπριανού θα χρησιμοποιήσουμε τούς λόγους ενός άλλου, ακόμα αρχαιοτέρου πατρός, του  Αγ.  Ιγνατίου του Θεοφόρου,  Επισκόπου  Αντιοχείας, ο οποίος συμβουλεύει τους Σμυρναίους· «Παντες τω  Επισκόπω ακολουθείτε, ως  Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις αποστόλοις. Τούς δε διακόνους εντρέπεσθε ως Θεού εντολήν. Μηδείς χωρίς του  Επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την  Εκκλησίαν.  Εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον επίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη.  Οπου αν φανή ο  Επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω· ώσπερ  όπου αν η Χριστός  Ιησούς, εκεί η καθολική εκκλησία. Ουκ εξόν εστίν χωρίς του  Επισκόπου, ούτε βαπτίζειν, ούτε αγάπην ποιείν· αλλ' ο αν εκείνος δοκιμάση, τούτο και τω Θεώ ευάρεστον, ίνα ασφαλές η και βέβαιον παν ο πράσσεται».

Αυτό δηλώνει σαφέστατα ότι κέντρο της  Εκκλησιαστικής ζωής είναι ο  Επίσκοπος.

Τίποτε δεν μπορεί να γίνη χωρίς τη γνώμη του, γιατί, όπως στη συνέχεια αναφέρει· «Καλώς έχει, Θεόν και  Επίσκοπον ειδέναι, ο τιμών  Επίσκοπον υπό Θεού τετίμηται· ο λάθρα του  Επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω λατρεύει», ενώ στην προς  Εφεσίους επιστολή του ο Θεοφόρος πατέρας γράφει· «Οθεν και υμίν πρέπει, συντρέχειν τη του  Επισκόπου γνώμη, του κατά Θεόν ποιμένοντος υμάς· όπερ και ποιείται αυτοί, σοφισθέντες υπό του πνεύματος· το γαρ αξιονόμαστον πρεσβυτέριον, άξιον ον του Θεού, ούτως συνήρμοσται τω  Επισκόπω, ως χορδαί κιθάρας» .

Στην αρχαία  Εκκλησία σε κάθε πόλη ο  Επίσκοπος τελούσε την Ευχαριστιακή σύναξη, συμπαραστατούμενος υπό του πρεσβυτερίου της πόλεως.  Οσο όμως οι ανάγκες αύξαναν, δημιουργήθηκε ο θεσμός των ενοριών.  Εντός των ορίων της επισκοπής οι πρεσβύτεροι τελούσαν χωριστές ευχαριστιακές συνάξεις, κατά παραχώρηση, πλέον, του  Επισκόπου. Τούτο δηλώνει το «η ω αν αυτός επιτρέψη».

Αυτή η πρακτική άρχισε να εφαρμόζεται από τις αρχές του 2ου αιώνα Όταν τον 4ον αιώνα παγιώθηκε ο θεσμός της ενορίας, φαίνονται και οι Πρεσβύτεροι ότι «προσφέρουν» και αυτοί θυσίαν, αλλά πάντοτε κατά παραχώρηση του Επισκόπου.

Η πνευματική αυτή εξάρτηση των πρεσβυτέρων από τον  Επίσκοπο διασφαλίζεται και διαφαίνεται σε πολλές περιπτώσεις, από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρουμε δύο:

α)  Το μνημόσυνο του ονόματος του  Επισκόπου.  Ο πρεσβύτερος δεν μνημονεύει του ονόματος του  Επισκόπου ο οποίος τον έχει χειροτονήσει, αλλά τον  Επίσκοπο, στα όρια της επισκοπικής περιφερείας του οποίου ευρίσκεται.

β)  Τη χρήση του αντιμηνσίου, για το οποίο ο ερμηνευτής των ιερών Κανόνων Βαλσαμών τονίζει: «Δια  γαρ τούτο, ως έοικεν, επενοήθησαν και τα αντιμήνσια και γίνονται παρά των κατά χώραν αρχιερέων... ου μόνον αντι του ενθρονισμού, των ανοίξεων και των εγκαινίων, αλλά και εις το αναφαίνεσθαι το κατ' επιτροπήν επισκοπικήν γίγνεσθαι εν τω ευκτηρίω την ιερουργίαν».

Γι’ αυτό και η σημερινή επέτειος δεκαετούς Ποιμαντορίας του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας τιμάται σήμερα κατ΄ εξοχήν δια της τελέσεως της Θείας Λειτουργίας

Γιατί, από αυτήν πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνον η αγιαστική αλλά και η ποιμαντική και η λεγομένη διοικητική. Ευχαριστία χωρίς Επίσκοπον δεν υπάρχει, αλλ' ούτε και Επίσκοπος χωρίς Ευχαριστία.

Κύριο έργο και πρωταρχική θέση, λοιπόν, του Επισκόπου είναι να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας. Όλα τα άλλα νοηματοδοτούνται από τη σχέση του μ΄αυτήν.

Ο Επίσκοπος συνεπώς όταν διοικεί δεν ασκεί διοίκησιν, όπως λέμε, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας της οποίας προΐσταται.

Χωρίς τη Θεία Ευχαριστία δεν υπάρχει αγιασμός και ευλογία στη ζωή των πιστών. Κανείς δεν μπορεί να γίνει άγιος χωρίς τη συμμετοχή του στον Ένα Άγιον, Ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του λύτρον αντί πολλών στη Θεία Ευχαριστία.

Δεδομένου, όμως, ότι η Θεία Ευχαριστία χωρίς Επίσκοπον είναι αδιανόητη, ούτε χάρις και αγιασμός στη ζωή μας είναι δυνατή χωρίς την ευλογία του Επισκόπου.

Βέβαια, είναι γεγονός ότι στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα.

Καλούνται, όμως, άγιοι, εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό.

Με την ίδια ακριβώς, λογική, στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια», παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια.

Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους Επισκόπους, με αποτέλεσμα σήμερα, πολλοί να σκανδαλίζονται, όταν λέμε «ο άγιος Σύρου».

Αλλά, ο Επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θεία Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού. Η θέση του επισκόπου στη Θεία Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος».

Η Θεία Ευχαριστία είναι εικόνα της Βασιλείας του Θεού. Στη Θεία Λειτουργία βιώνουμε και προγευόμεθα της καταστάσεως στην οποία θα ζει ο κόσμος όταν επικρατήσει η Βασιλεία του Θεού, την οποίαν όλοι οι πιστοί προσδοκούμε και για τον ερχομό της οποίας προσευχόμεθα κάθε φορά που λέμε στην Κυριακή Προσευχή "ελθέτω η Βασιλεία σου".

Αυτόν τον Βασιλέα Χριστόν, όπως θα έλθει στη Βασιλεία Του, εικονίζει στην Εκκλησία ο προεστώς της Ευχαριστίας Επίσκοπος. Γι' αυτό και κάθεται επί θρόνου, όχι βέβαια σ’ αυτόν που λέμε σήμερα Δεσποτικό Θρόνο, αλλά σ’ αυτόν που είναι πίσω από την Αγία Τράπεζα, κάτι που στην αρχαία Εκκλησία ήταν εκ των ων ουκ άνευ στους ναούς.

Ο θρόνος του Επισκόπου στο Σύνθρονο είναι εικόνα της εγκαθιδρύσεως του Χριστού στη Βασιλεία Του, με τους δώδεκα Αποστόλους να τον περιστοιχούν καθήμενοι και αυτοί κατά τη φράση του Κυρίου "επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ".

Δεν είναι συνεπώς χωρίς σημασία το ότι ο Επίσκοπός και οι λειτουργοί στη Θεία Ευχαριστία φέρουν λαμπρές στολές.

Κακώς σκανδαλίζονται πολλοί σήμερα από τη λαμπρότητα των αμφίων της Εκκλησίας μας….

Όλα στη Θεία Ευχαριστία είναι λουσμένα στο φως και τη λαμπρότητα γιατί μ' αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία μας θέλησε να δείξει ότι στη Θεία Λειτουργία ζούμε στη Βασιλεία του Θεού.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Άγιο Όρος, την πιο αυθεντική έκφραση του Ορθοδόξου Μοναχισμού, εκεί όπου η στέρηση, η άσκηση και η απλότητα του βίου βιώνονται στο έπακρον εκεί βρίσκονται και τα πολυτελέστερα άμφια των λειτουργών. Η ταπείνωση και απλότητα του καθημερινού βίου των μοναχών δεν μπορεί να συνεχιστεί και επεκταθεί στη Θεία Ευχαριστία. Γιατί στη Θεία Ευχαριστία ζούμε την υπέρβαση του Σταυρού και το δοξασμό του στη Βασιλεία του Θεού.

Όλα στη Θεία Ευχαριστία και στον ναό είναι λαμπρά. Οι εικόνες έχουν φόντο χρυσό, οι πολυέλαιοι είναι αναμμένοι, και φυσικά ο προεστώς της Ευχαριστίας Επίσκοπος, ως εικών του Βασιλέως Χριστού, φέρει λαμπρά στολή και αμφίεση.

Βέβαια, το να λέμε ότι ο Επίσκοπος είναι εικών Χριστού ξενίζει τον άνθρωπο σήμερα, ο οποίος συνηθίζει να βλέπει τους άλλους αλλά και τον συγκεκριμένο Επίσκοπο ως άτομο, οι φυσικές ιδιότητες του οποίου, το σώμα, η μορφή, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητός του, θετικά ή αρνητικά, εγκλωβίζουν τη σκέψη του και δεν του επιτρέπουν να αναχθεί προς κάτι πέρα από το ορώμενο άτομο.

Ο Επίσκοπος είναι για πολλούς μας ο κύριος τάδε με τις ιδιότητες και ιδιαιτερότητες της ατομικής του υπάρξεως, καλές ή κακές, και έτσι δεν μπορούμε να αναχθούμε διαμέσου του προς την Βασιλεία του Θεού.

Η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο και πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας. Ο πιστός που πηγαίνει στην Θεία Ευχαριστία και κλείνει τα μάτια του ή διαβάζει το βιβλίο της Θείας Λειτουργίας επικοινωνεί - μάλλον νομίζει πως επικοινωνεί - νοερά με το Θεό και θεωρεί τους ανθρώπους δίπλα του εμπόδιο στην επικοινωνία του αυτή.

Ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε κάλλιστα να καθίσει στο σπίτι του και να προσευχηθεί νοερά - τώρα μάλιστα έχει στη διάθεσή του και τη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική μετάδοση της Θείας Λειτουργίας - χωρίς να ενοχλείται από το διπλανό του ή να σκανδαλίζεται από το λειτουργό.

Δεν θα ανήκει, όμως, στην Εκκλησία του Θεού, εφ’ όσον Εκκλησία σημαίνει σύναξη, κοινωνία, υπέρβαση του εγώ και ένταξή του στο θεανθρώπινο Σώμα Της.

Σεβασμιώτατε,

Το αρχιερατικό υπούργημα εξωτερικά φαίνεται θελκτικό και μεγαλειώδες. Ασφαλώς το να υπηρετεί κανείς την Εκκλησία τού Χριστού από μια τέτοια περίοπτη  θέση, αποτελεί ύψιστη τιμή και χαρά.

Δεν είναι, όμως, έτσι! Και το γνωρίζετε πολύ καλά!

Το επισκοπικό αξίωμα είναι « αιδέσιμόν τε και φοβερόν….. », περικλείει και αγωνίες και θλίψεις και οδύνες πολλές, που μόνο όσοι βρέθηκαν δίπλα Σας τα δέκα αυτά χρόνια, μπορούν απλά να υποπτευθούν…..

Γιατί, κατά τον Θείο Χρυσόστομο «… Ο Επίσκοπος κάν οργισθή, κάν γελάση, κάν ανέσεως όναρ επιθυμήση, πολλοί οι σκώπτοντες, πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι, πολλοί οι νομοθετούντες, πολλοί οι των προτέρων μεμνημένοι, πολλοί οι εις μηδέν αρεσκόμενοι και τα πάντα κακίζοντες»….

Ο Επίσκοπος, είτε οργιστεί, είτε γελάσει, είτε ανάπαυση ονειρευτεί, θα βρεθούν πολλοί να τον κακολογήσουν, πολλοί που θα σκανδαλιστούν, πολλοί που νόμους και κανόνες θα επικαλεστούν, πολλοί που παλιές υποθέσεις θα θυμηθούν, πολλοί, που τίποτα δεν τους αρέσει και τα πάντα κατηγορούν…..

Όμως, έστω η χαρά Υμών πεπληρωμένη!!!!

Διότι, αν σε μια λέξη μπορώ να συμπυκνώσω τη δεκαετή προσφορά Σας προς την τοπική μας Εκκλησία, αυτή είναι η λέξη ΑΓΑΠΗ, που Σας έχει συνδέσει με το ποίμνιό Σας σε μια αμφίδρομη άρρηκτη πλέον σχέση .

Αυτή η αγάπη είναι και ας είναι, για πάμπολλα, ως η άμμος της θαλάσσης, έτη, η παρηγοριά, η δύναμη, το στήριγμα και το κραταίωμά Σας!

Γιατί,

Κραταιά ως Θάνατος Αγάπη.
Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την Αγάπην
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Άξιος!

Pin It