Τον οικισμό «Γιαννιτσαίοι» το σημερινό Γαννισαίο το αναφέρουν περιηγητές στα μέσα του 18ου αιώνα.

Επίσης υπάρχει στις αναφορές τους και ο οικισμός «Αγρίδια» νοτιοανατολικά του οικισμού Γιαννισαίο.

Η περιοχή διατηρεί και σήμερα το τοπωνύμιο «Αγρίδια» και συμπεριλαμβάνει στα όριά της τα εξωκλήσια της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Ιωάννου, της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Νικολάου, νοτιότερα.

Ο οικισμός Αγρίδια εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους τους, σύμφωνα με μαρτυρίες, έπειτα από μεγάλη επιδημία χολέρας ή πανώλης.  Εκείνοι που επέζησαν ανέβηκαν και κατοίκησαν στον οικισμό Γιαννιτσαίοι παίρνοντας μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας.

Έτσι πήρε την ονομασία Αγριδιώτισσα προσδιορίζοντας την προέλευσή της.

Όταν μετοίκησαν οι Αγριδιώτες δεν είναι γνωστό σε ποιο ναό την αφιέρωσαν ούτε είναι γνωστό από ποιο ναό των Αγριδίων προέρχεται διότι εκτός από τα διάσπαρτα μικρά εξωκλήσια δεν υπάρχουν ερείπια κατοικιών συμπεραίνεται ότι επειδή στην περιοχή τα χωράφια είναι αρκετά εύφορα οι πέτρες θα πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν για την επισκευή των τοίχων των χωραφιών και των κτισμάτων.

Κοντά στο εξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου ο ιδιοκτήτης του χωραφιού έβρισκε όταν καλλιεργούσε το κτήμα του οστά ανθρώπινα, έτσι προσδιορίζεται η θέση του κοιμητηρίου.  Άλλοι πάλι έβρισκαν διάφορα οικιακά σκεύη.  Πάντως σε εσοχή του πρόναου του σημερινού ναού της Αγριδιώτισσας υπάρχει πλάκα που αναφέρει σαν χρονολογία ανεγέρσεως το έτος 1841.

Το παλαιότερο βιβλίο του ναού, ένα ευαγγέλιο, αναγράφει την χρονολογία 1754.

Ο ναός κτίστηκε και αφιερώθηκε στα Εισόδια της Θεοτόκου.  Ήταν ιδιωτικός, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, ανήκε στον Ανδρέα Μήλα.  Παρέμεινε ιδιωτική μέχρι τα τέλη περίπου του 19ου αιώνα.

Ήταν κτισμένη σε ρυθμό βασιλικής με τρία κλίτη που τα χώριζαν πέτρινες σοβαντισμένες αψίδες τις οποίες συγκρατούσαν τέσσερις πέτρινες κτιστές κολώνες.  Για την σκεπή χρησιμοποιήθηκε η πρακτική με «μουντλούμια» (τοίχοι που φαρδαίνουν και κλίνουν προς το εσωτερικό σημείο της σκεπής), για να μην χρειάζονται μεγάλες πλάκες για το ταβάνωμα.

Για τελείωμα έστρωσαν κοκκινισμένο χώμα το συμπίεσαν κάνοντας «δώμα»τοποθέτησαν στις τέσσερις πλευρές «ακροδώματα» (μεγάλες πέτρες που συγκρατούν το χώμα), ακριβώς κάτω από τα ακροδώματα τοποθέτησαν «φτερώματα» (πέτρες που εξέχουν και κλίνουν προς τα κάτω για να διώχνουν τα νερά της βροχής) πρακτική που συνηθίζονταν τότε για την κατασκευή των σκεπών των κατοικιών, κάτι που το συναντάμε πια στα παλιά κτίσματα των χωραφιών.

Η πρόσοψη του κτιρίου ήταν δυτική με τρεις θύρες.  Στο κέντρο της νότιας πλευράς υπήρχε τέταρτη θύρα δεξιά και αριστερά της θύρας αυτής υπήρχε ένα παράθυρο.  Μικρή θύρα προς τον αυλόγυρο διέθετε και το ιερό, όπως σήμερα.

Το μοναδικό κωδωνοστάσιο ήταν κτισμένο χωρίς να εφάπτεται το κτίριο στο νοτιοδυτικό σημείο του αυλόγυρου.  Στο βορειοδυτικό σημείο του αυλόγυρου και εφαπτόμενος του κτιρίου του Ι. Ναού υπήρχε μικρός «νάρθηκας» με πόρτα και παράθυρο, χωρίς κουφώματα.

Στο εσωτερικό του υπήρχε μικρός πέτρινος πάγκος.  Ο αυλόγυρος ήταν πλακόστρωτος και περιέβαλε τον ναό από την ανατολική, νότια και δυτική πλευρά.  Η είσοδος στον αυλόγυρο ήταν όπως σήμερα από τα ανατολικά και δυτικά.

Τα πεζούλια του αυλόγυρου «καμπάλια» γινόταν διπλά στο σημείο εξόδου από τον Ι. Ναό για να ξεκουράζονται οι εκκλησιαζόμενοι μετά την Θ. Λειτουργία.

Το δάπεδο στο εσωτερικό του ναού ήταν επίσης πλακόστρωτο καθώς και τα τρία σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο ιερό.

Στο κέντρο του μεσαίου κλίτους υπήρχε μωσαϊκό από βότσαλα που σχημάτιζαν λευκό δικέφαλο σε μαύρο κυκλικό φόντο.

Η Αγία Τράπεζα, αυτή που υπάρχει και σήμερα, ήταν πέτρινη και έφερε ξύλινο ουρανό που τον στήριζαν τέσσερις κολώνες.  Κάγκελο ξύλινο περιέβαλε τις τρεις πλευρές της.  Μέχρι τα μέσα ή λίγο περισσότερο της δεκαετίας του 1960 ο ουρανός της Αγίας Τραπέζης σωζόταν.

Η εικόνα της Αγριδιώταισσας ήταν τοποθετημένη όπως σήμερα, δίπλα στο νότιο άκρο του τέμπλου μέσα σε απέριττο ξύλινο εικοναστάσι.

Το τέμπλο ήταν σκαλιστό, περίτεχνο, με δράκους, άνθη και την άμπελο.  Κισσός ή άκανθας περιέβαλλε τις κολώνες στις δύο πλευρές των εικόνων.  Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για τον τεχνίτη.

Ήταν επιχρυσωμένο και όπου χρειαζόταν να χρωματισθεί μεταχειρίζονταν το μπλε, το βαθύ πορφυρό, κατ’ άλλους και το ανοιχτό του ροδιού.

Όποιας τέχνης με το τέμπλο ήταν και ο δεσποτικός θρόνος (δεν σώζεται)  υπάρχει όπως μέχρι σήμερα ακέραιο το μοναδικό προσκυνητάρι που διέθετε ο ναός τότε. Διακοσμημένο με δράκους και άνθη.  Έτσι υποθέτουμε πως θα ήταν το τέμπλο.

Τα μανουάλια στα πρώτα χρόνια τουλάχιστον θα πρέπει να ήταν μαρμάρινα, συνηθίζονταν αυτό εκείνη την εποχή, σώζονται μόνον οι βάσεις τους, δύο μεγάλες και μια μικρή.  Τα μπρούτζινα είναι μεταγενέστερα και χρονολογούνται στην τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα.

Μαθαίνοντας τότε οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί άνδρες και γυναίκες, που εργάζονταν στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη ότι αποπερατώνεται ο Ι. Ναός στο χωριό, με εράνους που έκαναν μεταξύ τους, άρχισαν να αποστέλλουν από εκεί και να τον εμπλουτίζουν με όλα τα ιερά σκεύη και αντικείμενα που χρειάζεται ένας ναός.

Έτσι έστειλαν καντήλια, φανάρια, μανουάλια, εξαπτέρυγα, Αγ. Δισκοπότηρο, Ευαγγέλιο, θυμιατό, πολυελαίους κ.α.

Η μικρή καμπάνα που βρίσκεται στο βορινό κωδωνοστάσιο είναι πολύ παλαιά αλλά δεν γνωρίζουμε την προέλευσή της.  Η μεγαλύτερη, που βρίσκεται στο νότιο, προέρχεται από τη Σμύρνη, αναγράφει χρονολογία 1831 (πιθανόν να είναι χρονολογία κατασκευής της) την έφερε και την αφιέρωσε στον ναό ο Γεώργιος Μήλας, συγχωριανός μας.

Τα δυο αναλόγια που διέθετε και τα στασίδια ήταν απλά και απέριττα.

Ο Ναός παρέμεινε σε αυτή τη μορφή μέχρι το έτος 1924.

Τότε ο εφημέριος Ιωάννης Βαρθολομαίος, κάτοικος του χωριού και η τότε εκκλησιαστική επιτροπή με την σύμφωνη γνώμη των χωριανών αποφάσισαν ότι ο ναός ήταν μικρός και δεν χωρούσε τα πλήθη που συνέρεαν στις 20 και στις 21 Νοεμβρίου στη χάρη της.

Εκείνη την εποχή είχε έλθει και κατοικούσε στο Γιαννησαίο, μετά την καταστροφή της Σμύρνης, Ο Δημήτρης Μαγρέλης.  Μαρτυρίες τον θέλουν πολιτικό μηχανικό , επικρατέστερη είναι η άποψη ότι ήταν απλώς εργολάβος.

Με βοηθό τον εργολάβο Αλέξανδρο Τηνιακό (Καλφαλέκο) από το χωριό Ρωγώ άρχισαν οι εργασίες.

Για το κτίσιμο χρησιμοποιήθηκε πέτρα από το λατομείο του Νικολού Γιαννίση που ήταν στο βουνό Λευκόποδας, πλησίον του χωριού.  Όταν οι πέτρες δεν επαρκούσαν έπαιρναν και από μικρά λατομεία γύρω από την περιοχή του ναού π.χ. τον πράσινο σχιστόλιθο τον έβρισκαν σε χωράφι νοτίως του ναού.

Θέλοντας να εξοικονομήσουν χρήματα δεν κατεδάφισαν το ιερό του προγενέστερου ναού ούτε κανέναν από τους εξωτερικούς τοίχους.

Έκαναν μόνο τα ανοίγματα στα κεντρικά σημεία των δυο μεγάλων πλευρών του κτιρίου, για να του δώσουν το σταυροειδές σχήμα. 

Στην πρόσοψη έκτισαν τον πρόναο μετατρέποντας τις τρεις εξωτερικές θύρες σε εσωτερικές οι οποίες οδηγούν από τον πρόναο στον κυρίως ναό.

Θεμελίωσαν δυο κωδωνοστάσια δεξιά και αριστερά του πρόναου, το νότιο οδηγεί στον γυναικωνίτη.

Ο Δημήτρης Μαγρέρης τους υποσχέθηκε ότι θα κτίσει περίλαμπρο ναό όμοιο ακριβώς με αυτόν της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη.

Δεν έφθασαν όμως τα χρήματα και τα κωδωνοστάσια έμειναν μισοτελειωμένα και ασοβάντιστα, φθάνοντας στο ύψος των θόλων του γυναικωνίτη.

Το ίδιο το κτίριο είχε πάρει μεγάλο ύψος που του έδινε μεγαλοπρέπεια.  Το νότιο κωδωνοστάσιο ύστερα από προσπάθειες τελείωσε εξωτερικά από τον εργολάβο Νικολό Ρήγα από το χωριό Επισκοπείο έτος 1931, καθώς ο Δημήτρης Μεγρέλης ήταν πια σε προχωρημένη ηλικία και δεν ήταν δυνατόν να επιβλέπει έργα.  Επειδή κάποιες ανάγκες δεν γινόταν να περιμένουν το έτος 1925 ένα χρόνο μετά την αρχή των εργασιών και παρόλο που ο ναός ήταν ασοβάντιστος και με πλείστες άλλες ατέλειες, τελέστηκε το πρώτο μυστήριο, μια βάφτιση.  Το κυρίως κτίριο παραδόθηκε τελειωμένο το έτος 1927.

Το δάπεδο του ναού καλύφθηκε με άσπρα και μαύρα πλακάκια από δωρεά του τότε εφημέριου Ιωάννη Βαρθολομαίου.  Το ξύλινο τέμπλο παρέμεινε, καθώς το πλάτος στο εσωτερικό σ’ εκείνο το σημείο του ναού δε είχε αλλάξει.

Το έτος 1931 από σπινθήρα που δημιούργησαν τα ξεχασμένα κάρβουνα στο θυμιατό, πήρε φωτιά και κάηκε το βορινό τμήμα περίπου μέχρι την εικόνα της παναγίας.  Μαύρισε τότε η εικόνα των Εισοδίων την οποία μη γνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να καθαριστεί την πέταξαν.  Το δωδεκάορτο και οι υπόλοιπες εικόνες του τέμπλου έμειναν ανέπαφες.

Υπάρχουν μόνο τέσσερις εικόνες μισοκαμμένες, άγνωστο σε ποιο σημείο του ναού βρίσκονταν τότε.  Τώρα είναι τοποθετημένες στον γυναικωνίτη και οι φθορές τους μαρτυρούν το πέρασμα της φωτιάς.

Μαυρισμένη από τον καπνό είναι και η Παναγία η Θρηνούσα. Ότι τη βλέπουν θαυμάζουν την εξωτερική της τέχνη.

Για το διάστημα των τεσσάρων χρόνων το τέμπλο παρέμεινε μισοκαμμένο, ο ναός όμως λειτουργείτο.

Μέχρι που η συγχωριανή μας Μαρούλα Γιαννίση εις μνήμην του πρόωρα χαμένου γιου της Ανδρέα αποφάσισε να δωρίσει νέο τέμπλο, οι μεγάλες εικόνες σε διάφορα σημεία του κυρίως ναού.  Τα βυθόμυρα, τα παλαιά διατηρήθηκαν στην θέση τους στην Ωραία Πύλη και ο αγιογράφος από την Τήνο Γεώργιος Παρασκευάς αγιογράφησε τις νέες μεγάλες εικόνες του τέμπλου.

Το νότιο κωδωνοστάσιο γρήγορα άρχισε να παίρνει κλήση και να παρασύρει μαζί του και το οικοδόμημα του ναού.  Είχε θεμελιωθεί σε σαθρό βράχο ο οποίος άρχισε να υποχωρεί από την πίεση του φορτίου.

Αναγκάσθηκαν στο τέλος της δεκαετίας 1950 να κατεδαφίσουν σχεδόν το μισό και να κάνουν εργασίες για να σταθεροποιήσουν το κωδωνοστάσιο και να «δέσουν» το κυρίως κτίριο τοποθετώντας κορμούς κυπαρισσιών όπου ήταν απαραίτητο.

Οι επισκευές που έλυσαν το πρόβλημα και έγιναν έπειτα από επιστημονική μελέτη πολιτικού μηχανικού, πραγματοποιήθηκαν την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1980 επί εφημερίου Αρχιμανδρίτη Μιχαήλ Βασιλικού και της τότε εκκλησιαστικής επιτροπής.  Τότε αποπερατώθηκαν και τα δυο κωδωνοστάσια και έδωσαν στον ναό εξωτερικά τη μορφή που είχε σήμερα.

Η Παναγία η Αγριδιώτισσα δεν έπαψε ποτέ να έχει την ανάγκη της προσφοράς του καθενός.

Είναι εκτεθειμένη σε όλες τις άσχημες καιρικές συνθήκες δέχεται ισχυρότατες ριπές απ’ όλους τους ανέμους, αντιστέκεται στις καταιγίδες, στις χιονοθύελλες και στους παγετούς.

Η παράδοση θέλει την ίδια την Παναγία να διαλέγει το σημείο που επιθυμούσε να ανεγερθεί ο ναός της.

Ήταν να θεμελιωθεί στο κέντρο του χωριού στη θέση «Ζώρτη.  Τα εργαλεία όμως κάθε πρωί τα έβρισκαν στη θέση που είναι σήμερα.  Αυτό συνεχίστηκε λίγες μέρες να γίνεται ώσπου ένας εργάτης ονειρεύτηκε την Παναγία να του λέει «Θέλω να βρίσκομαι στο σημείο που μεταφέρονται τα εργαλεία για να βλέπω την αδελφή μου» (εννοούσε την Φανερωμένη στο κάστρο του Κωχύλου). Σίγουρα δεν επιθυμούσε μόνο αυτό, ήθελε να δεσπόζει της περιοχής του Κορθίου, ορατή από παντού και μεγαλοπρεπής, να κοιτάζει τα Αγρίδια απ’ όπου προήλθε και το Γιαννησαίο που τώρα κατοικεί.  Να έχει το βλέμμα της και προς την ανοιχτή θάλασσα.

Οι Ανδριώτες που οργώνουν τα πέλαγα και διασχίζουν το Αιγαίο για να φτάσουν στα λιμάνια του Εύξεινου πόντου και της Μαύρης Θάλασσας και επιστρέφουν με κατεύθυνση το Σουέζ ή το Γιβραλτάρ για να ανοιχτούν στους ωκεανούς της Οικουμένης, Την επικαλούνται και τάζονται σ’ Αυτήν όσο και στον Άγιο Νικόλαο.

Κι εκείνη προστρέχει πάντα αρωγός και παρηγορήτρα.  Πλήθη συνέρεαν και εξακολουθούν να έρχονται στην Χάρη της με ευλάβεια και τάματα από παντού, αλλά κυρίως απ’ τα χωριά που από παράδοση είχαν ναυτικούς, όπως το χωριό Κωχύλου, το χωριό Συνετί, την Χώρα και όλα τα χωριά του Δήμου Άνδρου.  Ήταν αυτοί οι ίδιοι που πρώτοι και προθυμότατα έδιναν τον οβολό τους και εξακολουθούν να το κάνουν, κάθε φορά που η Παναγία το χρειάζεται.

Η επικάλυψή της με ασήμι έγινε στο τέλος του 19ου αιώνα περίπου ή στην αρχή του 20ου .

Οι προπάτορές μας διηγούνται το εξής περιστατικό:

Όταν επέστρεψε η εικόνατα ασημοκαλυμμένη την φύλαξε στο σπίτι του ο εφημέριος Ιωάννης Βαρθολομαίος με σκοπό να την επιστρέψει στον ναό στον εσπερινό των Εισοδίων.

Την ξέχασε όμως και ο κόσμος που πήγαινε να Την προσκυνήσει έβρισκε την θέση Της άδεια.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του Την βρήκε κλαμένη!  Αμέσως μέσα στη Νύχτα Την πήρε με την πρεσβυτέρα και την επέστρεψε στη θέση Της.

Η Παναγία η Αγριδιώτισσα είχε πάντα και έχει μέχρι τις μέρες μας τρόπο να δείχνει ότι είναι ζωντανή και παρούσα.

Σε εποχές με μεγάλα δεινά ή ταραχές που συνέβαιναν στο χωριό συνήθιζαν να κάνουν παρακλήσεις και ολονυχτίες με γονυκλισίες.  Στο τέλος όλων αυτών των τελετών ξεκλείδωναν το εικονοστάσι και την έβγαζαν έξω να Την προσκυνήσει ο κόσμος.  Αν όμως Εκείνη έκρινε ότι δεν ήταν ειλικρινής  μετάνοια, γινόταν βαριά, ασήκωτη και δεν έβγαινε!  Τότε συνέχιζαν τις δεήσεις και ξαναδοκίμαζαν.  Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη όταν η Παναγία έβγαινε και μπορούσαν να Την προσκυνήσουν και να έχουν την συγνώμη Της.

Η Αγριδιώτισσα δεν αρκείται μόνο στο να είναι περικαλλής και φροντισμένη.  Θέλει ψαλμούς, δεήσεις και τελετές κάτω από τους θόλους Της.  Θέλει να λειτουργείται!

Με κτύπους και με διάφορους ήχους έχει προειδοποιήσει πολλούς από τους εφημέριούς Της να μην Την αφήσουν ή έστω να μη φύγουν χωρίς να υπάρχει αντικαταστάτης τους.  Την είχε ακούσει πολλές φορές να τον προειδοποιεί ο μακαριστός π. Δημήτρης Στρατής από το χωριό Κοχύλου,  Την είχε ακούσει και ο επί 42 χρόνια εφημέριός Της ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης π. Μιχάλης Βασιλικός.  Ο ίδιος είχε διηγηθεί ότι ο προκάτοχός τους π. Δημήτρης του είχε πει «πρόσεχε την Αγριδιώτισσα και την Θρηνούσα»  (η Θρηνούσα βρίσκονταν τότε πλάι στον Εσταυρωμένο στο ιερό), «είναι ζωντανές!»

Τελευταίος δέχθηκε τέτοιου είδους προειδοποίηση ο π. Χριστόφορος Παπανικολάου πριν πέντε χρόνια όταν ήταν τότε εφημέριος στο χωριό.

Ετέλεσε εσπερινό και ήταν στον ναό μόνον εκείνος και η μητέρα του.

Άκουσαν βογκητό και κλάμα προσπάθησαν να διαπιστώσουν από πού προερχόταν. Μέχρι έξω αναγκάστηκαν να βγουν και να κοιτάζουν αν ήταν άνθρωπος που έκλαιγε ή τραυματισμένο ζώο.  Ησυχία επικρατούσε τριγύρω στο δρόμο και στα χωράφια.  Μπήκαν μέσα συγκινημένοι και γεμάτοι δέος, καταλαβαίνοντας ότι ήταν η Αγριδιώτισσα που προειδοποιούσε.

Συνέβησαν όμως και αστεία περιστατικά όπως αυτό με τον «Τραλέξη».

Στη δεκαετία του 1920 ο συγχωριανός μας ο Αλέξης Δαπόντες όταν μεθούσε, το έκανε συχνά, πήγαινε μέσα στη νύχτα και χτυπούσε νεκρικά την καμπάνα. 

Ξυπνούσαν οι άνθρωποι τρομαγμένοι, ώσπου ανακάλυψαν τι συνέβαινε.

Ξεκίνησαν ένα βράδυ μερικοί, σκεπάστηκε ένας από αυτούς με ένα σεντόνι και περίμεναν.  Ο «Τραλέξης» φάνηκε από μακριά κρατώντας ένα λαδοφάναρο για να βλέπει και φορώντας την τοπική βράκα.  Άφησε κάτω το λαδοφάναρο και κατευθύνθηκε προς το καμπαναριό και άρχισε να χτυπά νεκρικά την καμπάνα.  Τότε πήγε σκυφτός από πίσω του αυτός που ήταν σκεπασμένος με το σεντόνι και τον τραβούσε από την βράκα.  Ο «Τραλέξης» μέσα στη μέθη του τον είδε σαν καμπουριασμένη γυναίκα.  Του φάνηκε ότι ήταν η ίδια η Παναγία που του έδειχνε με αυτόν τον τρόπο ότι κακώς έπραττε.  Άφησε αμέσως το σχοινί, γονάτισε έχοντας δίπλα του το λαδοφάναρο, σήκωσε τα χέρια ψηλά σε στάση επίκλησης και φώναζε:

«Σ’ χώρα με γρια καμπούρα δεν το ξανακάνω πια!»
Πολύτιμες μαρτυρίες για την συγγραφή αυτού του κειμένου έδωσαν:

Το «ζωντανό αρχείο»
ο ΑΝΔΡΕΑΣ Λ. ΣΚΟΡΔΟΣ
η ΦΡΟΣΩ Δ. ΧΑΛΑ
η ΕΙΡΗΝΗ Γ. ΜΗΛΑ
ο ΜΑΡΚΟΣ και η ΜΑΡΙΑ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΥ
η ΠΙΠΙΤΣΑ Μ. ΓΑΛΑΝΟΥ
ο ΓΑΛΑΝΟΣ Α. ΧΑΛΑΣ
και   η ΜΙΝΑ Λ. ΜΗΛΑ

Pin It