Η Εκκλησία μας, με το γνωστό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Μελωδού, Επισκόπου Μαϊουμά, τολμά να αποκαλεί την Θεοτόκο, ένα ανθρώπινο ον, «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξωτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

            Και τούτο δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε λυρική έξαρση, αλλ' αυτή ταύτη η αλήθεια των πραγμάτων. Η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ,  με το μεγάλο της και ελεύθερα επιλεγμένο «ναι» στην πρόσκληση- πρόκληση του Αρχαγγέλου, πρόσφερε για την ολοκλήρωση του σχεδίου της θείας οικονομίας αυτό που δεν μπορούσαν να προσφέρουν οι άγγελοι, το σώμα, την υλικότητα!

    Έτσι, αξιώθηκε να γίνει ως αληθώς Θεογεννήτωρ, να κυοφορήσει τον εν πάσι αχώρητο Θεό, να υψώσει την ανθρωπότητα ώστε να φτάσει το χέρι που της απλώνει ο Θεός και να την οδηγήσει στην κατανόηση διασαφήνιση της ουσιαστικής φύσης της ίδιας της Εκκλησίας, η οποία είναι Σώμα Χριστού και Ναός του Αγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς και η Παναγία. 

    Κατά το ανυπέρβλητο ποιητικό και πνευματικό αριστούργημα, τον Ακάθιστο Ύμνο, η Παναγία «χωρεί τον αχώρητον», είναι «το παλάτιον, του μόνου Βασιλέως» και το «ευρύχωρον σκήνωμα του Λόγου», με την οποία και διά της οποίας «νεουργείται η κτίσις», δίνεται στον πεπτωκότα άνθρωπο «η κλεις της Χριστού βασιλείας» και προσφέρεται «γέφυρα τους εκ γης προς ουρανόν μετάγουσα», όπως ακριβώς και η Εκκλησία.

             Η κλήση που δέχθηκε η Παναγία εκφράζει και προσωποποιεί και την κλήση πού απευθύνεται στον καθένα μας για αγιότητα, για μετοχή στις δωρεές και τη Χάρη του Πνεύματος, ώστε να κυοφορήσουμε μέσα και έξω από την ψυχή μας τον νέο άνθρωπο, τον καινό εν Χριστώ άνθρωπο.

            Και το παράξενο, αλλά και ταυτόχρονα εκπληκτικό είναι ότι όλα αυτά, και άλλα πολλά, η Παναγία τα εκδηλώνει διά της διακριτικής παρουσίας της και της σιωπηλής μαρτυρίας της.

            Ελάχιστες οι εμφανίσεις της και οι αναφορές των Ευαγγελίων στο πρόσωπό της. Η ύπαρξη και η παρουσία της εντάσσονται στην κατηγορία των σημείων, τόσο από τον Προφήτη Ησαΐα,όσο και από την η Αποκάλυψη, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: «Και σημείον μέγα ώφθη εν τώ ουρανώ, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα» (Απ. 12, 1).

            Το μυστήριο της Θεοτόκου δεν μπορεί να αναλυθεί, να οριοθετηθεί με λόγια. Γι' αυτό η στάση της Εκκλησίας αλλά και του καθενός πιστού ξεχωριστά μπροστά στη Θεοτόκο είναι ανάλογη μ' εκείνην του Αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά την στιγμή του Ευαγγελισμού: στάση απορίας και θαυμασμού. Και ποίησης….

  Έχει, μάλιστα, επισημανθεί ότι η ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν το πρόσωπο της Παναγίας οι ποιητές δεν είναι αναγκαστικά σε συνάρτηση με την πίστη τους, ή έστω το βαθμό της πίστης τους. Και είναι ιδιαίτερα αξιοπαρατήρητο το φαινόμενο ποιητές χωρίς έντονη θρησκευτικότητα, ίσως και χωρίς καθόλου πίστη, ενταγμένοι και στρατευμένοι στην ιδεολογία τους, να έχουν περικοσμήσει τις σελίδες της νεώτερης Ελληνικής λογοτεχνίας με εμπνευσμένα ποιητικά αριστουργήματα, όπως για παράδειγμα ο Γιάννης Ρίτσος και ο Κώστας Βάρναλης, ο οποίος έχει εμπνευσθεί το ωραιότερο, ίσως, νεοελληνικό ποίημα για την Παναγία και για το θείο δράμα, το περίφημο "Οι πόνοι της Παναγιάς".

            Και τούτο δεν είναι καθόλου δυσερμήνευτο, καθώς η μάνα του Χριστού, η Μαρία, δεν νοείται και δεν βιώνεται μόνον ως ένα πανίερο πρόσωπο αλλά ως κάτι πολύ οικείο, φιλικό, προσεγγίσιμο για τον μέσο άνθρωπο. Είναι η μάνα που μεγαλώνει ένα παιδί, η μάνα που πονά για τα μαρτύριά του, και η τραγική μάνα που σπαράζει την ώρα του μεγάλου πένθους και της κατίσχυσης της αδικίας, μια καθημερινή, συνηθισμένη μάνα της ζωής, χωρίς, όμως, να χάνει και την ιερή της υπόσταση.

             Η Θεοτόκος πνευματικός οδηγός, ρίχνει φως στον απύθμενο και αταπείνωτο βάθος των καρδιών μας, στήνει γέφυρες εκεί που η αλλοτρίωση και ο απρόσωπος τεχνολογικός μας πολιτισμός, χώρισε καρδιές, ρήμαξε ψυχές και αποξένωσε τους ανθρώπους.

     Μαρτυρείται ότι ο Ντοστογιέφσκι κατόρθωσε να ξεφύγει από τις θλίψεις και τα αδιέξοδα της ζωής και να ξαναβρεί το δρόμο της χαράς και της δημιουργίας, χάρη στη Μητέρα του Θεού. Όπως αναφέρει ο ίδιος, αυτό που το στήριξε ήταν η καθημερινή προσευχή του: «την πάσαν ελπίδα μου εις Σέ ανατίθημι. Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου».

            Στις  σημερινές προσωπικές μας θλίψεις, τα συλλογικά μας αδιέξοδα και τις παντοίες και παντοδαπές απογοητεύσεις και διαψεύσεις, στην εποχή της γενικευμένης απελπισίας, αστάθειας και  αβεβαιότητας για το τώρα και το αύριο, ίσως να μη μας απομένει τίποτα, παρά να μιμηθούμε την λυτρωτική πορεία του μεγάλου Ρώσου Λογοτέχνη πρός τη μηδέποτε τον κόσμο καταλιπούσα Μάνα του Θεού και των ανθρώπων.

† Ο ΣΥΡΟΥ  ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β΄

(Εφημερίδα “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”, 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014)

Pin It