«Η πίστη κάνει πραγματικά εκείνα, που ελπίζουμε, και βέβαια εκείνα, που δεν βλέπουμε...».

            Σύμφωνα με την ανεπανάληπτη αυτή διατύπωση του Αποστόλου Παύλου, η πίστη έχει κατά βάση υποκειμενικό χαρακτήρα, δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, δεν προσδιορίζεται από φιλοσοφικές αναλύσεις, ούτε και επιβεβαιώνεται από επιστημονικές αποδείξεις.

            Πίστη, είναι η απάντηση του ουρανού στην ανυπόκριτη και άδολη επιθυμία της ψυχής να γνωρίσει το τι και το πώς και το γιατί του σύμπαντος και της ζωής...

            Δεν είναι η αφετηρία, αλλά το τέρμα μιας πορείας μοναχικής, μιας αναζήτησης καθαρά πνευματικής, μιας άθλησης προσωπικής. Ούτε κληρονομείται, ούτε μαθαίνεται...Απλά, βιώνεται, ως δώρο Θεού, ως πλησμονή ζωής και ελπίδα αθανασίας.

            Γι’ αυτό και είναι δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα «γιατί πιστεύεις;». Στο τι πιστεύει ή δεν πιστεύει ο καθένας είναι εύκολη η απάντηση· δύσκολο, αν όχι αδύνατο, είναι το «γιατί»!

            Υπ’ αυτή την έννοια, ο κάθετος και απόλυτος διαχωρισμός των ανθρώπων σε άπιστους και πιστούς είναι εντελώς πλασματικός, καθώς  τα όρια μεταξύ πίστεως και απιστίας είναι δυσδιάκριτα, ενώ είναι συχνή η μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη.

            Το αίτημα «πρόσθες ημίν πίστιν» και η αποστολική προτροπή «όποιος νομίζει ότι είναι όρθιος, ας προσέχει μη πέσει», δηλώνουν ακριβώς αυτό, τη μεγάλη, δηλαδή, πιθανότητα ο πιστός να γίνει άπιστος!

            Και τούτο, γιατί σε κάθε πιστό ελλοχεύει μεγάλος ο κίνδυνος της υπεροψίας και της προσωπικής αυτάρκειας.

            Κάθε πιστός, που θεωρεί την πίστη ως ατομικό του προνόμιο και όχι ως θεία αποκάλυψη, ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να γίνει Φαρισαίος, να μεταβληθεί σε ένα φανατισμένο άτομο, που θα περιφρονεί όποιον δεν έχει τις ίδιες μ’ αυτόν απόψεις, θα τον αποστρέφεται ή και θα μισεί όποιον δεν πιστεύει...

            Γεμάτη η ιστορία από τέτοιες περιπτώσεις, από περιπτώσεις ανθρώπων, που θεώρησαν «υποχρέωσή τους» να επιβάλλουν την πίστη τους στους μη πιστούς, που έκριναν πράξη θεάρεστη να κόβουν όποιο κεφάλι δεν μπορούσαν να αλλάξουν, δυσφημίζοντας έτσι την πιο απελευθερωτική πίστη, που εμφανίστηκε ή θα εμφανιστεί ποτέ στον κόσμο!

            Πόσοι από μας, άραγε, τους θεωρούμενους πιστούς, θα δεχόμαστε κάποιον, ο οποίος πεισματικά αμφισβητεί όχι αυτά που πιστεύουμε, αλλά κυρίως αυτά που βλέπουμε, όπως έκαναν οι Μαθητές του Χριστού με το Θωμά;

            Οι Μαθητές δεν πίστεψαν απλώς ότι ο Διδάσκαλός τους αναστήθηκε, Τον είδαν, Του μίλησαν, έφαγαν μαζί…

           Αλλά ο Θωμάς δεν μπορεί να πιστέψει το όντως απίστευτο, ότι, δηλαδή, ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ  πραγματοποίησε το μέχρι τότε μυθικό-μπορεί και ασυνείδητα νοσταλγικό- ταξίδι στην ανεξερεύνητη χώρα της μετά θάνατον ζωής, τους φρουρούς του Άδη νικώντας, το βασίλειό του λαφυραγωγώντας και τους έως τότε, και μέχρι το τέλος της ιστορίας, δεσμώτες του απελευθερώνοντας!

            Γι` αυτό και απαιτεί άμεσα και όχι έμμεσα πειστήρια· δεν αρκείται στη μαρτυρία των άλλων, όσοι και όποιοι κι’ αν είναι· θέλει να επιβεβαιωθεί ό ίδιος με όλες, αν είναι δυνατόν, τις αισθήσεις του, να ακούσει τον Αναστημένο, να δει τις πληγές Του, να αγγίξει τα σημάδια των καρφιών, να δει για να πιστεύσει!

     Οι Μαθητές, όμως, δεν τον απέρριψαν, δεν τον καθύβρισαν, δεν τον καταδίωξαν! Τον δέχτηκαν στο υπερώο, αν και γνώριζαν ότι δεν πίστευε…   

            Αλλά και ο Χριστός εμφανίστηκε ξανά, όχι πια για τους πιστούς Μαθητές, αλλά για το δύσπιστο, ή κατ` άλλους άπιστο  Θωμά, μόνο γι’ αυτόν!

            Και δεν κατηγόρησε η Αναστημένη Αγάπη τον «άπιστο» Μαθητή, αλλ’  αντίθετα, με πραότητα και κατανόηση, του πρόσφερε τις αποδείξεις που ζητούσε…

            Έχουμε, λοιπόν, δικαίωμα εμείς ν’ αποκηρύσσουμε και ν’ αποδιώχνουμε όποιον δεν συμφωνεί μαζί μας;

            Έχουμε δικαίωμα να καταδικάζουμε όσους δεν αποδέχονται τις αρχές και τα «πιστεύω» μας;

            Το περιστατικό με το Θωμά αποτελεί το θρίαμβο της ανεκτικότητας και της ελευθερίας, που συναπαρτίζει το βαθύτερο νόημα του Χριστιανισμού και συνιστά την ορθή πρακτική ενός αληθινού Χριστιανού, που βλέπει τον άλλο, τον άπιστο, το δύσπιστο ή τον αμφισβητία ως ένα εν δυνάμει μέλος της Εκκλησίας του Χριστού.

      Ειδικά, σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία στη Δυτική Ευρώπη η απιστία τείνει να γίνει μόδα και η αθεῒα δημοκρατική κατάκτηση, ενώ στη Μέση Ανατολή και την Αφρική ο θρησκευτικός φανατισμός σφάζει τους Χριστιανούς ανενόχλητος, και καθώς ο φόβος μιας επέκτασης της θρησκευτικής αυτής τρομοκρατίας σε μια άπιστη, ουσιαστικά, Ευρώπη δεν φαίνεται καθόλου υπερβολικός, ο πιστός Χριστιανός καλείται να δώσει τη μαρτυρία της αγάπης, της ισότητας, της αδελφωσύνης και της ελευθερίας, του αλληλοσεβασμού και της ανεκτικότητας προς όλους!

   Και είναι βέβαιο ότι πολλοί σύγχρονοι Θωμάδες θα  ομολογήσουν και θα μαρτυρήσουν το “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!”

† Ο ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β΄

(Εφημερίδα “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”, Σάββατο, 4 Απριλίου 2015)

Pin It