Καθώς η εορτή των Τριών Ιεραρχών, η εορτή των Γραμμάτων και της Παιδείας, που είναι Ελληνική από τη φύση της και όχι από κάποιο εθνικιστικό παροξυσμό, βαίνει σταδιακά υποβαθμιζόμενη, με ευθύνη όλων μας, είναι αλήθεια, είναι καιρός να προβληματιστούμε όλοι, όχι τόσο για τη μορφή του εορτασμού, όσο για τις άξιες που αυτός αναδεικνύει, προβάλλει και υπενθυμίζει, όχι μόνο σε ελληνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο!

            Είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει θεσπίσει γιορτή των γραμμάτων και της παιδείας. και προστάτες αυτής της παιδείας ορίστηκαν, από την απελευθέρωση κιόλας της πατρίδος μας, οι τρεις Ιεράρχες.

            Αναγνώρισε, έτσι, το νεόφυτο ελληνικό κράτος, ότι οι τρεις αυτοί Πατέρες, οι καταγόμενοι από τα φλεγόμενα, σήμερα, εδάφη της Ανατολής, με τα διδάγματα τους επέτρεψαν στη νεοσύστατη τότε χριστιανική Εκκλησία του 4ου μ.χ. αιώνα να αλλάξει, να αποβάλει τη φοβία έναντι των αρχαιοελληνικών γραμμάτων, να ξεπεράσει κάθε εγκλεισμό στον ίδιο της τον εαυτό και να πετύχει έτσι την καθιέρωση της ως οικουμενικής θρησκείας.

            Αλλά, τους Τρεις Ιεράρχες δεν τους ανέδειξε τόσο η δράση και τα συγγράμματα τους, όσο το ήθος τους, ήθος ελεύθερα στοχαζόμενων ανθρώπων.     

            Την περίοδο που ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος Παραβάτης, επέβαλε την ολοκληρωτική επιστροφή στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, προπηλακίζοντας τους χριστιανούς, οι τρεις δάσκαλοι δεν είχαν μόνο το σθένος να παραμείνουν σταθεροί στις χριστιανικές αλήθειες, αλλά και τη δύναμη να στραφούν προς την ελληνική παιδεία, επιτυγχάνοντας τη σύνθεση της χριστιανικής αληθείας με το αρχαιοελληνικό κάλλος και επιδεικνύοντας με τη στάση τους ένα υπερήφανο θάρρος έναντι των βάναυσων δυνάμεων της εποχής τους.

            Το γεγονός αυτό, ίσως, μοιάζει αδιανόητο σήμερα μια Ευρώπη που μέχρι τώρα δεν επεδίωξε την πνευματική της σύγκλιση και απέφυγε κάθε πνευματικό χρωματισμό.

            Εκείνο που φαίνεται ότι επεδίωκαν οι Ευρωπαϊκές χώρες ήταν η δύναμη και τα πλούτη, οπότε και οι λαοί με τη σειρά τους, μεταχειριζόμενοι κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, επένδυσαν τις ελπίδες τους για ευτυχία στην ξέφρενη μανία αποκτήσεως υλικών αγαθών.

            Όμως, επειδή «του πλούτου ἡ αχορταγιά και ἡ πείνα της δόξας» δεν έχουν τέλος, η Ευρώπη άρχισε να φοβάται.

            Τα οικονομικά μεγέθη είναι τεράστια για τις πλάτες μας, τα κέντρα εξουσίας παραμένουν άγνωστα, οι προοπτικές των θυσιών μας είναι θολές και το τελικό επιδιωκόμενο φοβίζει, επειδή το κόστος που θα απαιτηθεί φαίνεται να είναι τρομερό και θα μας οδηγήσει σε μια «αλλιώτικη Ευρώπη», διαφορετική από τους οραματισμούς των εμπνευστών της και τις ελπίδες των λαών της.

            Ήδη η Ευρωπαϊκή ενοποίηση υφίσταται σκληρά πλήγματα από το οικονομικό και προσφυγικό πρόβλημα, που απροετοίμαστη αντιμετωπίζει.

            Καθώς η πολιτική και οικονομική σύγκλιση απομακρύνεται όλο και περισσότερο, με απροσδιόριστες ακόμη συνέπειες για την Ευρώπη και τους λαούς της, απομένει ως τελευταία ελπίδα, πλέον, η πνευματική σύγκλιση.

            Μια πνευματική και ηθική σύγκλιση, με πρότυπα και οδηγούς μεγάλες προσωπικότητες, με οικουμενικό διαχρονικό λόγο που να ενώνει χωρίς αποκλεισμούς, προσωπικότητες-μετόχους και κατόχους της ανθρωπιστικής παιδείας, απ’ οπουδήποτε κι αν αυτή προέρχεται, από την αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη η το Χριστιανισμό, μιας παιδείας, που διακονεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του και δίνει σκοπό, νόημα και προοπτική στον ανθρώπινο βίο, προσωπικότητες, όπως ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος θεολόγος και ο Ιωάννης Χρυσόστομος.

            Για να παύσει, λοιπόν, ἡ Ευρώπη να φοβάται, ἡ μόνη λύση για τους λαούς της είναι να επιστρέψει στους Πατέρες της μακραίωνης, κοινής, πνευματικής παραδόσεως, που θεράπευαν με σεβασμό τις θετικές επιστήμες της εποχής τους, κατέκτησαν κάθε γνώση που δεν ειδωλοποιουσε τον εαυτό της, απελευθέρωσαν την επιστημονική έρευνα και σκέψη, αναπτέρωσαν την θεολογία, χωρίς να απαιτούν θυσία της λογικής, υπηρέτησαν τις βιοποριστικές ανάγκες των συνανθρώπων τους, υποβίβασαν την απόλυτη εξουσία στα επίπεδα της διακονίας του λαού, μίλησαν απευθυνόμενοι σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς αποκλεισμούς, έγραψαν προσκαλώντας σε πανανθρώπινους προβληματισμούς, ανέτρεψαν αιωνόβια «κακώς κείμενα», αδιαφορώντας για τις συνέπειες, αψήφησαν Αρχές και Εξουσίες, όταν ξεπερνούσαν τα κοσμικά τους όρια, λειτούργησαν ως ιερείς του θεού «υπέρ του σύμπαντος κόσμου»,           έζησαν λιτά, ασκητικά, όμορφα και με ταπεινό φρόνημα και ήθος,        αγνόησαν όσους απειλούσαν τη βιολογική τους ζωή, «άρπαξαν» τον κόσμο τους, την εποχή τους, και τα πρόσφεραν στο Θεό, ψηλάφισαν το Θεό και Τον έδειξαν με το δάκτυλο στους ανθρώπους, θέσπισαν νόμους που ελευθερώνουν και κανόνες που ορθοτομούν, ήρθαν, έζησαν, έφυγαν, και τα ίχνη τους παραμένουν ανεξίτηλα.

            Οι τρεις Ιεράρχες, είναι γνώριμες, αποδεκτές προσωπικότητες της κοινής ευρωπαϊκής πολιτισμικής μας παραδόσεως, πριν το σχίσμα. Προέρχονταν, αντλούσαν και άρδευαν από την εξελληνισμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, τα όρια της οποίας ήταν περίπου ίδια με τα όρια της σημερινής Ευρώπης....

            Ἡ Ευρώπη ήδη μας περιμένει, όχι με άδεια τα χέρια, επαιτώντας δανεικά, αλλά με χεριά γεμάτα, έτοιμα να προσφέρουν στην ευρωπαϊκή «Τράπεζα των Ιδεών» τα ελληνικά ομολόγα....

            Και τα δικά μας «πνευματικά ομολόγα» είναι πολύ «υψηλά» στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, είναι το ανέσπερο φως του Χριστού και το οξυγόνο της Ελληνικής μας παραδόσεως και παιδείας, ομολόγα, που κανείς και ποτέ δεν θα μπορέσει να “κουρέψει”....

† Ο ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β΄

(Εφημερίδα “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”, Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016)

Pin It